Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει

0
89

 

Η ποίηση στρατευμένη στο πλευρό της ειρήνης και της δικαιοσύνης.

Ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα της ιστορίας της τέχνης είναι η αποστολή της, ο ρόλος της στην κοινωνία. Οι ποιητές, οι “στρατευμένοι αντάρτες” της ελευθερίας, έχοντας ως όπλο τη γλώσσα και την ψυχική δύναμη, αντιπαλεύουν διαχρονικά με τα θηρία του πολέμου, έχοντας να προσφέρουν στην ανθρωπότητα τα νικηφόρα κοινωνικά και πολιτιστικά προτάγματα της ειρήνης και της δικαιοσύνης. Λιποψυχία σε τέτοιες περιστάσεις δε χωρεί σε ένα ποιητή. Δεν θα κλειστεί στο καβούκι της εσωστρέφειας, της αδράνειας και της δειλίας, θα βγει έξω να βροντοφωνάξει τα πανανθρώπινα μηνύματα, να ηχήσει τις καμπάνες της ελευθερίας στο πλευρό του λαού. Άλλωστε, όπως έχει γράψει και ο Τάσος Λειβαδίτης “αν θες να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή να αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκαιο”.
Ας δοθεί ο λόγος στους ποιητές.

Ναζίμ Χικμέτ, “Το μικρό κορίτσι”

Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
Ω, μην τρομάζετε καθόλου πούμαι αθώρητη
Κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί νάιδει
Εδώ και δέκα χρόνια, εδώ καθόμουνα
Στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
Κ’ είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα
Μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.
Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
Μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
Όλη-Όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
Την πήρε ο άνεμος κι’ αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.
Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
Κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
Τι το παιδί που σαν εφημερίδα κάηκε
Δεν μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.
Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
Φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
Έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
Και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

Γιάννης Ρίτσος, “Ειρήνη”

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκους που ‘ καψε η πυρακαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο
παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας: το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο
εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε, δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιος ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορφίνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.
Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κι οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρίφαλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος,
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη της γης,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη

Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ ναι η ειρήνη.
Γιάννης Ρίτσος, Απόσπασμα από το έργο του “Επιτάφιος”
Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι,
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθειά και ζήσε.

Δες, πλάγι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαρέοι,
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν κι εσένα ωραίοι.

Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
στο θώρι τους το θώρι σου μυριοζωγραφισμένο.

Και γώ η φτωχή και γώ η λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ όλους
με τα μεγάλα νύχια μου κόβω τη γη σε σβώλους

Και τους πετάω κατάμουτρα στους λύκους και στ’ αγρίμια
που μού καναν της όψης σου το κρύσταλλο συντρίμμια.

Κι ακολουθάς κι εσύ νεκρός κι ο κόμπος του λυγμού μας
δένεται κόμπος του σκοινιού για το λαιμό του οχτρού μας.

Κι ως τό θελες (ως τό λεγες τα βράδυα με το λύχνο)
ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω.

Κι αντίς τ’ άφταιγα στήθεια μου να γδέρνω· δες, βαδίζω
και πίσω από τα δάκρυα μου τον ήλιο αντικρύζω.

Γιε μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου· κοιμήσου εσύ πουλί μου.
Απόσπασμα από το ποίημα του Κώστα Βάρναλη “Ο Στυλίτης”
Τα θύματα χιλιάδες των πολέμων κάτου
σέπονται με της πείνας, της σκλαβιάς αντάμα,
με της αρρώστιας, του δαρμού- δόξα θανάτου!

Όλοι του Παραδείσου ισάγγελοι! Μα εγώ,
που ξεψυχώ και δεν πεθαίνω, το’χω τάμα
να τυραννιέμαι ακόμα μόνος. Όσο αργώ,
τόσο και θησαυρίζω πιότερα στα ύψη!…
Μα να τος πάλι ο Πειρασμός, αχώριστός μου,

(πιότερο εγώ τονε πειράζω· κι αν μου λείψει,
θα μου κακοφανεί!) μου ξαναλέει: “Κουνήσου!
Δε σώζεις την ψυχή σου, τους κυρίους του Κόσμου
με τη φυγή, την αρνησιά και τη θανή σου.
Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα!

Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού
η λευτεριά η δικιά του θα είναι η λευτεριά σου,
κι ανάγκη πια δε θα ‘χεις κανενός Θεού”.

 

 

LEAVE A REPLY