ΧΕΡΙΑ ΑΔΕΙΑΝΑ – ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ – της Εβίτας Ευσταθίου

0
185

ΧΕΡΙΑ ΑΔΕΙΑΝΑ

Το σεντονάκι μάτωσε στης μάνας την αγκάλη.

Ένας λεκές μεγάλωσε στο άσπρο υφαντό.

Το σώμα παραδόθηκε, έγειρε το κεφάλι

και μια βουή αλύπητα γυρνούσε σαν ηχώ.

 

Τα βλέφαρα τρεμόπαιξαν κι η Αριάδνη λείπει.

Ο μίτος τέχνασμα το φως ζωντάνεψε θεριά.

Και ξάφνου ο λαβύρινθος δεν φαίνεται σαν σπίτι

μα μέσα του ορθώνονται ατσάλινα κελιά.

 

Τρύπησε το πουκάμισο που είχες κεντήσει μόνη,

απ΄ τις ραφές της ράχης του σκίστηκαν τα φτερά.

Βυθίστηκαν στη λησμονιά, στο έρεβος, στη σκόνη

κι εσύ δεν ονειρεύτηκες μια πτήση σου ξανά.

 

Χωρίσαμε τους δρόμους μας και δύσκολη η ανηφόρα,

στ’ αγκάθια πάνω οι φτέρνες μας γυρεύουν αμμουδιά.

Τα όνειρα στην αγκαλιά λιώνουν σε κάθε μπόρα,

μέχρι που όλοι θα μείνουμε με χέρια αδειανά.

 

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

Του σήμαντρου ο στεναγμός ξεμέθυσε τον ήλιο

τον ξαπλωμένο ανάσκελα στο χάδι της αυγής

και αντίκρισε το σπαραγμό της μάνας για την κόρη

καθώς κρατούσε η Άτροπος την άκρη της κλωστής.

 

Αδίκημα που έσπερνε φωνές για ελευθερία

σε κακοτράχαλες πλαγιές, σε κτήματα ξερά,

την ώρα που επέβαλλαν ο κόσμος να θερίζει

πείνα σε εύγονο έδαφος με ακμαία σιτηρά.

 

Αδίκημα που αρνήθηκε το βλέμμα ν’ αποστρέψει

απ’ τη σκουριά στο σίδερο που πυρωμένο ευθύς

έλιωνε κάθε πέταλο ανθού που είχε διαλέξει

με κόκκινο να ντύνεται τις μέρες του επί γης.

 

Εκείτετο και σάπιζε το νήμα μες στ’ αγκάθια

πλάι σε άψυχες κλωστές σκισμένες σε σωρό.

Ένα ψαλίδι κοφτερό στην ίδια πάντα θέση

σημάδευε κάθε ψυχή με περισσό θυμό.

 

Κι όσο της μάνας ο λυγμός ράγιζε κάθε δάκρυ

που έπεφτε κρύσταλλο στυφό στο σώμα της μικρής,

ο ήλιος έγνεψε σκυφτός προς τη χλωμή τη δύση

και το σκοτάδι ανηλεώς κατέφθασε νωρίς.

 

LEAVE A REPLY