Λογοτεχνικό παζλ via nomikithess vol 1

1
165

Το Nomikithess, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα λογοτεχνικό παιχνίδι με τους αναγνώστες του. Έτσι, τέσσερις από αυτούς, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους ανέλαβαν να γράψουν ένα διήγημα, ο καθένας από ένα κομμάτι. Οι πρώτοι τολμηροί ήταν η Αναστασία Ζαχαράκη, ο Νίκος Αγαθαγγελίδης, ο Δημήτρης Πλιακογιάννης και η Βερόνικα Αποστόλου. Το αποτέλεσμα; Βρίσκεται ακριβώς από κάτω! Όποιος ενδιαφέρεται να συμμετέχει στο λογοτεχνικό μας παιχνίδι μπορεί να επικοινωνήσει με τη ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ του nomikithess.

-Ελένη-

…Έτρεχα… δεν κοιτούσα καν το κοντέρ του αυτοκινήτου , πάσχιζα να βρω το δρόμο μέσα στη βροχή και το σκοτάδι . Πού πήγαινα όμως ..; Οδηγούσα σαν τρελή και σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό μου . Πώς έμπλεξα έτσι ; Πώς είναι δυνατό να άφησα να συμβεί εγώ αυτό ; Ήταν η μοναδική φόρα στη ζωή μου που είχα χάσει τόσο πολύ τον έλεγχο . Οι σταγόνες έπεφταν ασταμάτητα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν γρήγορα , μου έδιναν όμως την αίσθηση ενός εκκρεμούς , που κινείται με αργές και σταθερές κινήσεις , φυλακίζοντας το χρόνο σε μικρές στιγμές .

Έξω στο δρόμο γινόταν χαμός , όμως δεν μπορούσα να δώσω σημασία στα υπόλοιπα αμάξια . Η επαρχιακή οδός ήταν θεοσκότεινη και οι προβολείς μου ήταν οι μόνοι που μου έδειχναν το δρόμο . Πέρασε χίλιες φορές από το μυαλό μου όση ώρα έτρεχα να δώσω μια στο τιμόνι να στρίψω στον γκρεμό , αρκεί να τελείωνε εδώ αυτή η ιστορία . Ήταν αδύνατο να διακρίνω την θάλασσα που απλωνόταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου , η ατμόσφαιρα ερεβώδης με άφηνε μόνο να φανταστώ σαν λύτρωση την επιλογή να βρεθώ στα φουρτουνιασμένα νερά και να βρω τη γαλήνη που με τόση απερισκεψία είχα χαρίσει .

Έπαιζαν διαρκώς σαν κασέτα οι στιγμές μέσα στο μυαλό μου , φέρνοντας στη μνήμη μου όλα εκείνα τα φρικτά πράγματα που είχα αναγκαστεί να κάνω αυτούς τους μήνες . Και γιατί..; Για να διατηρήσω την ατσαλάκωτη εικόνα που με νύχια και με δόντια είχα παλέψει τόσα χρόνια να χτίσω . Είχα κάνει τα πάντα στη ζωή μου , πίστευα ότι δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να με σταματήσει , έκανα όμως λάθος . Κάπου μέσα μου είχα μια καλά κρυμμένη συνείδηση που με έκανε να σιχαίνομαι τον ίδιο μου τον εαυτό . Κι εκείνος ο άνθρωπος το ήξερε,  το ήξερε καλά …

2 μήνες πριν

  • Πάλι πρέπει να φύγεις ; Δεν σε χόρτασα καθόλου απόψε …
  • Αφού το ξέρεις ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς , μωρό μου . Σε δύο μέρες που θα φύγει ο άλλος ,θα είμαι όλη δική σου . Υπομονή μέχρι τότε , ε ..

Έσκυψα και του έδωσα ένα τρυφερό φιλί στο στόμα . Απομακρύνθηκα και τον κοίταξα στα μάτια . Ναι… ο άνθρωπος αυτός με αγαπούσε … Είχε γίνει ο λόγος που κάθε πρωί ξυπνούσα. Καταβάθος ένιωθα τύψεις που κάποτε ήθελα να εκμεταλλευτώ το ενδιαφέρον που μου έδειχνε . Με είχε πλησιάσει διακριτικά και επίμονα και σιγά –σιγά είχε ρίξει όλες μου τις άμυνες . Δε με ένοιαζε πλέον τίποτα άλλο εκτός από το να βρεθώ μαζί του . Δε με απασχολούσε καθόλου το γεγονός ότι μας χώριζαν δεκατρία ολόκληρα χρόνια . Έβλεπα στο βλέμμα του το πόσο πολύ με ήθελε και σκεφτόμουν πως για χάρη του ίσως και να έμπαινα στον πειρασμό να αφήσω πίσω μου όλα εκείνα τα μεγαλεία που είχα αποκτήσει .

Στην αρχή το έβλεπα σαν περιπέτεια, απλά για να σκοτώνω τις ώρες πλήξης που με τόση ευκολία μου είχε χαρίσει ο γάμος μου . Από νωρίς είχα μάθει πως στη ζωή αξίζουν η εξουσία και τα φράγκα , οπότε είχα φροντίσει με κάθε τρόπο να αποκτήσω και τα δυο . Μου άρεσε να προκαλώ και για αυτό το λόγο πάντα είχα δίπλα μου κάποιον που να μπορεί να μου προσφέρει όλα όσα ζητούσα . Και δεν άργησα να βρω τον κατάλληλο . Γεράσιμος Αρμένογλου.  Άντρας με τεράστια επιρροή στο χώρο της ναυτιλίας  , δήλωσε παράφορα ερωτευμένος μαζί μου και αποφάσισε να με κάνει γυναίκα του. Ωστόσο , ποτέ δεν κατάφερε να με κάνει να αισθανθώ το παραμικρό ενδιαφέρον για εκείνον . Άνθρωπος συντηρητικός , ψυχρός και αποστειρωμένος , ανίκανος να νιώσει οποιοδήποτε συναίσθημα εκτός από ενθουσιασμό για τα καράβια του . Για αυτόν ήμουν ένα ακόμα πολύτιμο «σκαρί» στη συλλογή του , όμορφο έκθεμα να παρουσιάζει στον κύκλο του και να εισπράττει τα βλέμματα ζήλιας των άλλων άντρων επειδή με είχε αυτός .

Δεν άργησα φυσικά να εκμεταλλεύομαι στο έπακρο όλα όσα μου είχαν δοθεί και παράλληλα να ψάχνω παντού να γεμίσω το κενό που δημιουργήθηκε στην ερωτική μου ζωή. Και το βρήκα στο Γιώργο . Ήταν δεκατρία χρόνια μικρότερος από μένα , μου είχε δώσει όμως όλα εκείνα που με γέμιζαν ως γυναίκα . Την απαγορευμένη όμως απόλαυση αυτή , κάποιος προσπάθησε να μου τη πάρει μέσα από τα χέρια , όπως σε  ένα μικρό παιδί που του υπόσχονται εκδρομή και ξαφνικά βλέπει τον καιρό να συννεφιάζει .

Τον κοίταξα βαθιά στα μάτια , δεν τολμούσα να του πω την αλήθεια . Το καστανό του ζεστό βλέμμα συνάντησε το δικό μου , που γλυκόπικρα πάσχιζε να κρύψει την αγωνία και το φόβο . Ήθελα τόσο πολύ να του μιλήσω , να του εξηγήσω , να του ανοίξω την καρδία μου και να του πω όλα εκείνα που με βάραιναν τον τελευταίο  καιρό . Ήξερα , όμως , ότι δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν . Ο άγνωστος επισκέπτης που είχε μπει στη ζωή μου είχε ανατρέψει ότι δεδομένο υπήρχε μέχρι τώρα . Τι είχε μάθει αυτός ο άνθρωπος για μένα ; Γιατί τώρα ερχόταν να με βρει; Και το κυριότερο , τι ζητούσε από εμένα .

  • Τον τελευταίο καιρό σε νιώθω απόμακρη Ελένη , όλο ψάχνεις αφορμές να ακυρώνεις τις συναντήσεις μας και φεύγεις πάντα σαν κυνηγημένη . Θέλω να μάθω τι συμβαίνει , έχει αλλάξει κάτι ;
  • Φυσικά και όχι , μωρό μου . Σ αγαπάω πολύ και ξέρεις ότι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ , είπα και κλείδωσα στα δυο μου χέρια το πρόσωπο του .

Απομακρύνθηκα και άρχισα να ντύνομαι αμίλητη . Δεν έπρεπε να πω τίποτα σε κανέναν. Σε λίγη ώρα ήταν το καθιερωμένο μου ραντεβού και δεν έπρεπε να αργήσω λεπτό . Η φρικτή μου κόλαση με περίμενε , όπως κάθε βδομάδα . Αποχαιρέτησα με ένα ακόμα φιλί τον Γιώργο , του έδωσα υπόσχεση ότι θα τον ξαναδώ σύντομα και έφυγα από το δωμάτιο . Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και κοντοστάθηκα για λίγο , πήρα μια ανάσα και κατέβηκα τα σκαλιά προς την έξοδο της παλιάς πολυκατοικίας για να κατευθυνθώ μέχρι εκεί που είχα παρκάρει το αμάξι μου . Μπήκα μέσα και έβαλα μπρος τη μηχανή . Εκείνη τη στιγμή άρχισε να χτυπάει το κινητό μου . Το άγνωστο νούμερο με καλούσε για μια ακόμη φορά . Το σήκωσα με δισταγμό .

«Ακούω, τι θες από μένα σήμερα ;»

«Μέχρι που είσαι ικανή να φτάσεις;»

-Εκείνος-

Θα πονέσεις , θα πονέσεις όσο δεν φαντάζεσαι , ακόμα και αν χρειαστεί να ξοδέψω όλη μου τη ζωή για σε καταστρέψω , εγώ θα το κάνω . Έτσι ακριβώς είχες κάνει και εσύ , τότε , που πίστευα ότι ήσουν άνθρωπος που θα μπορούσε κανείς να στηριχτεί . Σε εμπιστεύτηκα , κι εγώ και όλοι οι υπόλοιποι .Στάθηκες ανάξια να μας προστατέψεις και θα το πληρώσεις πολύ ακριβά αυτό . Θα σε κυνηγήσω με όλες μου τις δυνάμεις , θα μαζέψω όσες αντοχές έχω και θα αποδώσω δικαιοσύνη για όσο κακά δημιουργήθηκαν στη ζωή μου εξαιτίας σου.

Εξαιτίας σου καταστράφηκε η μοναδική μου ευκαιρία να ζήσω σαν κανονικός άνθρωπος , έπαψα να χαμογελάω και κλείστηκα στην φυλακή του εαυτό μου , μια φυλακή που δε τη διάλεξα , που έχτισες εσύ για μένα . Όταν όλα είχαν τελειώσει για μένα , τότε ξεκίνησε η εποχή που μάζεψα τα κομμάτια μου ένα – ένα . Ορκίστηκα να σε εκδικηθώ ….Δεν είμαι πια τίποτα , δεν έχω όνομα , μην ψάξεις να με βρεις . Το πρόσωπο μου μόνο θα είναι το τελευταίο που θα δεις πριν το τέρμα .

Θα υποφέρεις , όσο υπέφερα κι εγώ…  θα χάσεις τον εαυτό σου , όπως ακριβώς τον έχασα κι εγώ.  Όλα όσα έκανες , δεν θα είναι παρά πταίσματα σε όσα θα σε βάλω εγώ να κάνεις . Με σκότωσες κάποτε , αλλά ξαναγεννήθηκα… Σύντομα θα έρθει η ώρα που θα σκοτώσεις ξανά….

-Γεράσιμος-

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να κινηθείς με διακριτικότητα και διπλωματία. Προβλήματα που τα χειρίζεσαι με το νυστέρι, προσεκτικά και μεθοδικά. Άλλες στιγμές τα προβλήματα αντιμετωπίζονται κατεβάζοντάς τους το σφυρί με όλη σου τη δύναμη. Αυτή είναι μια απ’ αυτές τις στιγμές, σκεφτόμουν, ενώ πληκτρολογούσα τον αριθμό του Ανδρεάδη στο κινητό μου. Χτύπησε αρκετές φορές πριν ακούσω τη φωνή του στην άλλη γραμμή.

‘Γεράσιμε καλημέρα, νωρίς πήρες. Δε μου έστειλαν ακόμα τις καταστάσεις στο γραφείο…’

‘Ξέρω τι κάνεις ‘, τον έκοψα.

Στιγμιαία σιωπή στην άλλη γραμμή. Αμηχανία, ένοχή, ίσως ο φόβος που νιώθει κάποιος όταν νιώθει ότι τον έπιασαν στα πράσα.

‘Δεν κατάλαβα, τι εννοείς.’

‘Ξέρω τι κάνεις. Σταμάτα το τώρα γιατί στην επόμενη συνέλευση θα σε βγάλω από την εταιρία, και σένα και τον Ασλάνογλου.’

‘Δεν καταλαβαίνω από πού ξεκινά αυτή η επίθεση και για ποιο λόγο, και δε μου αρέσει καθόλου ο τόνος σου πρωί-πρωί.’

Το να παίζεις το θιγμένο είναι αρκετά καλή στρατηγική για να κερδίζεις χρόνο ώστε να ανασυνταχθείς σ’ έναν καβγά. Είναι ένστικτο σχεδόν. Η σωστή απάντηση σ’ αυτό είναι να μη σπαταλήσεις χρόνο προσπαθώντας να αποδείξεις ότι είσαι δικαιολογημένος και όχι θρασύς, αλλά να δρασκελίσεις την υποτιθέμενη του ευθιξία και να συνεχίσεις ακάθεκτος. Μιλώντας σιγά, τονίζοντάς του κάθε λέξη, του ξεκαθάρισα την κατάσταση πριν του το κλείσω στα μούτρα:

‘Το ξέρω ότι εσύ και ο Ασλάνογλου είστε οι κύριοι μέτοχοι στην ‘Ήφαιστος’ και τις απάτες που κάνατε για να μη φαίνεστε. Το καλό που σας θέλω παλιάτσοι, αποσύρετε την προσφορά σας από το διαγωνισμό γιατί θα σας στείλω από την εταιρία στο άψε-σβήσε, και δε θα χρειαστώ παράλειψη ανταγωνισμού. Νομίζατε ότι δε θα σας έπαιρνα χαμπάρι; Το καλό που σας θέλω το μεσημέρι που θα τηλεφωνήσω στο υπουργείο να μάθω ότι η ‘Ήφαιστος’ απέσυρε την προσφορά της, αλλιώς θα σας κάνω κιμά.’

Κλείνοντας το τηλέφωνο ξεφύσησα εκνευρισμένος. Κατά κανόνα επενδύομαι συναισθηματικά στις υποθέσεις μου όσο το δυνατόν λιγότερο. Η λογική, όσο ψυχρότερη γίνεται, είναι το μόνο αποτελεσματικό εργαλείο για την επίλυση προβλημάτων. Τελευταία όμως, είμαι γεμάτος άγχος, θυμό και κυρίως ανυπομονησία. Για πόσο ακόμα θα συναντάω εμπόδια στο δρόμο μου; Έχω επενδύσει χρόνια δουλειάς χτίζοντας κάτι καλύτερο, κάτι πραγματικά μεγάλο, κι όμως τους τελευταίους μήνες αναλώνομαι σε αντιπερισπασμούς, σβήνοντας εστίες που προκαλεί ο κάθε τυχάρπαστος, ενώ ο κύριος στόχος μου μένει πίσω. Και λες και όλο αυτό δε μου ήταν αρκετό, πρέπει να χειρίζομαι την Ελένη και τις ανοησίες της.

Άνοιξα την ενδοεπικοινωνία. ‘Μαρία, ήρθε ο Μίρκο;’

‘Ναι κύριε Αρμένογλου, εδώ είναι.’

‘Πες του να περάσει.’ Το μάτι μου έπεσε στο άδειο φλιτζάνι μου, ‘και φέρε μου έναν ακόμα καφέ.’

Οι ίντριγκες της Ελένης ήταν πάντα κωμικά απλοϊκές. Έχει σχέσεις με διάφορους πιτσιρίκους κατά καιρούς, και εγώ προσποιούμαι ότι με ξεγελάει με τα παιδιάστικα ψέματά της. Έχω φυσικά μεγάλο όγκο αποδεικτικών στοιχείων για τα ξενοπηδήματά της. Δε σκοπεύω να αποχωριστώ μεγάλο μέρος της περιουσίας μου στο αναπόφευκτο διαζύγιο, η Ελένη άλλωστε δεν είναι η πρώτη μου μέλλουσα πρώην σύζυγος. Τις τελευταίες εβδομάδες όμως έχει αλλάξει αρκετά. Είναι νευρική, κοιμάται και τρώει ελάχιστα. Παρατήρησα πολλά περίεργα τηλεφωνήματα, που δε μπορούσε να κρύψει λόγω της ταραχής της, και εξόδους της τελευταίας στιγμής. Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ, και φαίνεται πως με αφορά άμεσα. Για αυτό το λόγο έστειλα τον πιο ικανό μου άνθρωπο να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.

Ο Μίρκο χτύπησε την πόρτα και πέρασε μέσα. Ψηλός, γεροδεμένος, με σκληρό πρόσωπο και ψυχρό βλέμμα.

‘Κάθισε, σε παρακαλώ’

‘Προτιμώ να σταθώ κύριε Αρμένογλου.’

Ελάχιστα ίχνη στην προφορά του Μίρκο πρόδιδαν ότι δεν ήταν Έλληνας. Είχε έρθει από την Κροατία πριν από έξι χρόνια, και δούλευε για μένα τα τελευταία τρία. Παρά το προφανές χάρισμα που είχε στη βία και τον εκφοβισμό, το πραγματικό του ταλέντο φαινόταν σε δουλειές που απαιτούσαν διακριτικότητα και οξύνοια. Δουλειές σαν αυτή.

‘Τι έμαθες λοιπόν;’

Με σταθερή φωνή ο Μίρκο μου έδωσε την αναφορά του.

‘Συνέχισα να παρακολουθώ την κυρία Ελένη, όπως μου είπατε. Συναντιέται συχνά με τον εραστή της και μία ακόμα φορά με τον άγνωστο που σας είχα αναφέρει την προηγούμενη φορά. Πείθομαι όλο και περισσότερο ότι αυτός την εκβιάζει κύριε Αρμένογλου. Και τις δύο φορές που συναντήθηκαν ήταν κάπου απόμερα. Το ύφος του, ο τρόπος του, σαν να την είχε στο χέρι. Και αυτή ήταν φανερό ότι δεν ήθελε καθόλου να είναι εκεί, ούτε έδειχνε χαρούμενη που τον έβλεπε. Δεν κατάφερα να μάθω ακόμα ποιος είναι, αλλά φωτογράφισα το πρόσωπό του και τις πινακίδες του και τα έστειλα σε μια άκρη μου στο σώμα. Αν είναι μπλεγμένος, και τον έκοψα για πολύ μούτρο, θα τον ξέρουνε. Θα μάθουμε πολύ σύντομα.’

Οι αρχικές μου υποψίες έβγαιναν αληθινές. Οι σχέσεις τις Ελένης δε με ένοιαζαν. Ήταν μια ρηχή γυναίκα που ο ρόλος της ήταν εξαρχής να έχω κάτι χαριτωμένο δίπλα μου, και ο ενθουσιασμός του καινούριου μοντέλου είχε ξεθωριάσει προ πολλού. Το φωτογραφικό αρχείο των ατασθαλιών της που είχε κρατήσει ο Μίρκο κατά διαταγή μου με εξασφάλιζε αν αποφάσιζα να πάρω διαζύγιο. Ο εκβιαστής όμως ήταν ένας αστάθμητος παράγοντας που δε μπορούσα να ανεχτώ.

‘Άκουσε. Άσε τη σύζυγό μου και ξεκίνα να παρακολουθείς αυτόν. Μάθε ποιος είναι, τι δουλειά κάνει, τα πάντα. Αν σιγουρευτείς ότι την εκβιάζει εξαφάνισέ τον. Βρες πρώτα το υλικό του. Αν έχει κάτι καινούριο, που δεν το έχουμε εμείς, πρόσθεσέ το στο δικό μας αρχείο. Τις βρωμιές της κυρίας θα τις έχω μόνο εγώ, και θα τις χρησιμοποιήσω όταν και αν χρειαστεί.’

 

 

-Μίρκο-

Το κινητό μου χτύπησε λίγα λεπτά αφού βγήκα από το κτήριο. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα του Κωνσταντίνου. Αν με είχε πάρει λίγα λεπτά νωρίτερα, θα είχα περισσότερες πληροφορίες να δώσω στον Αρμένογλου.

‘Άντε ρε, γεράσαμε, μέχρι να με πάρεις άσπρισαν τα μαλλιά μου.’

Ο Κωνσταντίνος γέλασε στην άλλη γραμμή.

‘Όσα σου μείνανε θες να πεις. Άκου επειδή έχω δουλειά, αυτός που με έβαλες να ψάξω λέγεται Μάθεσης Θεόδωρος, στην πιάτσα τον φωνάζουνε ‘αριστοκράτη’. Μεγάλη λέρα, έκανε φυλακή μερικά χρόνια για διακίνηση. Και βλέπω εδώ αρκετές προσαγωγές για διάφορα, είναι μούτρο με πτυχίο σου λέω. Σου στέλνω την τελευταία του διεύθυνση, τη βλέπεις;’  Άνοιξα τη συνομιλία στην οθόνη μου.

‘Ναι οκ, ευχαριστώ ρε. Θα σε πάρω πιο μετά, ευχαριστώ πολύ.’

Κοίταξα πίσω μου, στο κτήριο που στέγαζε τα γραφεία του ομίλου. Να ανέβω ξανά να ενημερώσω τον Αρμένογλου; Έκρινα καλύτερα να μην το κάνω. Ενημερώνω όταν με φωνάξει ο εργοδότης μου, ή όταν έχω τελειώσει τη δουλειά. Θα ξανάρθω στον Αρμένογλου όταν έχω κάτι περισσότερο. Αποφάσισα να πάω να παραφυλάξω στο σπίτι του Μάθεση, και αν δεν είναι μέσα να παραβιάσω την πόρτα ή το παράθυρο και να μάθω τι υλικό έχει. Μπαίνοντας στο αμάξι μου τηλεφώνησα στη Νατάσα. Κατάλαβα με το που το σήκωσε ότι ήταν ήδη νευριασμένη.

‘Ναι.’

‘Μπορείς να πεις στη μάνα σου να πάρει τη μικρή απ’ τον παιδικό;’

‘Ρε Μίρκο εσύ είσαι σήμερα να την πάρεις.’

Έβγαλα τη μπερέτα από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου, προσέχοντας μη με δει κανένας στο παρκινγκ, και το έχωσα στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν μου.

‘Έχω δουλειά.’

‘Κι εγώ έχω δουλειά αλλά τις μέρες που την πηγαινοφέρνω εγώ δεν αγγαρεύω τους δικούς σου.’

Σήκωσα το δεξί μου μπατζάκι και έλεγξα το μαχαίρι που έκρυβα εκεί. Η θήκη ήταν γερά δεμένη γύρω από το πόδι μου και το μαχαίρι καλά ασφαλισμένο. Για παν ενδεχόμενο.

‘Έλα άσε τα πολλά σου λέω με έχωσε το αφεντικό και δε μπορώ. Στείλε τη μάνα σου που κάθεται κιόλας, δεν έγινε και τίποτα.’

Μου το έκλεισε στα μούτρα.

Έβαλα μπρος για το σπίτι του ‘αριστοκράτη’.

Ένα παιδί μέσα στα αίματα , σε ένα δερμάτινο κάθισμα αυτοκινήτου.

 « Μικρέ, εσύ τον έφαγες αυτόν εδώ; Τι, μήπως είσαι και εσύ δικός μας;» τον ρώτησε ο άντρας.

Ο μικρός δεν μίλησε. 

« Στον έφαγαν τον πατέρα γιατί δούλευε για μένα, όμως εσύ τον κάρφωσες από πίσω χωρίς να σε καταλάβει. Ο μπαμπάς στο έμαθε;»

Ο μικρός κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ο άντρας γέλασε , μέσα στο σκηνικό με τα αίματα και την βρώμα των πεθαμένων πτωμάτων.

« Θα δουλέψεις για μένα , σαν τον πατέρα σου;»

Φύσηξε καπνό από τα πνευμόνια του. Κάθε φορά πριν κάνει κάποια δουλειά, κάπνιζε ένα τσιγάρο και έφερνε στο μυαλό του εκείνη την σκηνή. Δεν έπαιρναν οι βαρόνοι της Κροατίας τα ορφανά των μπράβων τους στην δούλεψη τους . Το πολύ πολύ να έστελναν κανα φράγκο και κανά λουλούδι στη χήρα. Αλλά ο Μίρκο είχε σκοτώσει τον φονιά του πατέρα του, με τον ίδιο τρόπο που του έμαθε εκείνος.

«Είναι σαν να γαμάς, μικρέ. Χώνεις το λεπίδι στη χούφτα να μην φαίνεται, και το καθοδηγείς με τον αντίχειρα.»

Του έβαλε στο χέρι μία καρφίτσα

 «Μόλις ο αντίχειρας βρεί τον στόχο, το μπήγεις»

Και κάρφωσε την καρφίτσα στο μαξιλαράκι. Βρήκε μικρή αντίσταση στο δέρμα. Μόλις το διαπέρασε, το μέσα ήταν μαλακό, χωρίς ίχνος αντίστασης.

«Είναι η ίδια αίσθηση.»

Πήρε άλλη μία ρουφηξιά. Δούλευε για το τελευταίο αφεντικό λίγα χρόνια. Πάντα τον έβαζε να κάνει τις δύσκολες δουλειές. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Ο Αρμένογλου δεν πήρε ποτέ έναν πιτσιρικά. Πήρε ένα ψημένο δολοφόνο. Δεν φοβόταν να σκοτωθεί. Το κυριότερο, δεν φοβόταν να σκοτώσει.

Τον Αρμένογλου μπορούσε να τον αντέξει. Ήταν ένας μπούρδας και μισός, όπως όλοι οι γραββατομένοι κύριοι στα γραφεία τους. Αυτοί δίναν τις εντολές, αυτοί σοκάρονταν από τις μακάβριες ειδήσεις, αυτοί θα βγαίναν στα κανάλια σε κάθε τηλεμαραθώνιο να δώσουν τον οβολό τους. Και ο Μίρκο θα έσφαζε στα μπουρδέλα, θα γράπωνε λαιμούς στα στριπτιτζάδικα και τα κωλάδικα, θα τσάκιζε κόκκαλα και σάρκα οποιουδήποτε τάραζε τα οικονομικά συμφέροντα ολόκληρου του κουβαριού. Οι κομπάρσοι στο ίδιο τους το έργο : αυτός είχε ζωές στα χέρια του. Αυτός ήταν ο πρωταγωνιστής.

Και ήταν μεγάλο το κουβάρι , πίσω από την καθαρή βιτρίνα. Η βρώμα που έβγαζε ήταν χειρότερη από τον τρόπο που συναναστρέφοταν τους γύρω τους, ειδικά όσους θεωρούσαν κατώτερους. Σαν ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας. Αυτούς που πρέπει να τους στερείς την ευκαιρία κάθε φορά που ξεχνάν την θέση τους.

Αυτό το μίσος το χαλιναγωγούσε. Σαν καλά εκπαιδευμένος ελέφαντας, ήξερε μέχρι που φτάνει το λουρί του. Δεν δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. Ειδικά αν σε ταϊζουν οι ύαινες.Το αφεντικό όμως ξέρει να επικοινωνεί τα μηνύματα του. Και είναι η μόνη γλώσσα  επικοινωνίας με το σκυλί του η αλγεδονική : ο πόνος και η ηδονή.

Ο Μίρκο μεγάλωσε στην νέα «φαμίλια». Γνώρισε τους ανθρώπους της, τα χούγια τους, τα πάντα. Γνώρισε τον κόσμο αυτόν από όλες τις πλευρές. Δεν ήταν η θέση του να τον κρίνει. Γενικώς, για πολύ καιρό δεν ένιωσε να έχει θέση πουθενά.

Γνώρισε και εκείνη.

« Ξέρεις την Τροία , Μίρκο; 20 χρόνια άπαρτη, και οι Έλληνες την πήραν κρυμμένοι μέσα στο ξύλινο άλογο. Και όμως, Μίρκο : ο δούρειος ίππος ήταν η γυναίκα».

Ο Μίρκο ήξερε την θέση του . Και πήρε το μήνυμα. Όλος ο κόσμος του θεάματος βούιξε, που ο μεγάλος Αρμένογλου παντρεύτηκε μία ταπεινή γυναίκα υποδοχής σε μαγαζί των συμφερόντων του. Ο μικρός Μίρκο ήξερε που αυτό τον άφηνε :

Να σκοτώνει χωρίς έλεος τους αγαπητικούς της.

Αυτό δεν το ήξερε ούτε η ίδια , ούτε ο Αρμένογλου. Η ίδια καθόλου δεν προβληματίζοταν που οι αγαπητικοί της εξαφανίζοταν από προσώπου γής. Άλλωστε, έβρισκε τον επόμενο. Και ο Αρμένογλου δεν νοιάζοταν : ποιο αφεντικό φοβάται το σκυλί του; Και είχε δίκιο. Το λουρί του Μίρκο δεν τον έφτανε μέχρι το χέρι που γέμιζε μπριζόλα το πιατάκι.

Πέταξε το τσιγάρο. Όσα μπάσταρδα και να του γεννούσε η Νατάσα, ούτε που πλησίαζε εκείνο το αίσθημα. Το νιωθε σαν αρρώστια. Πυρκαγιά μέσα στην άβυσσο, που έγινε πύρινος κυκλώνας. Πόσους είχε σκοτώσει και εξαφανίσε για πάρτη της, χωρίς κανείς να το μάθει;

Κοίταξε τον άνθρωπο που ο Κωνσταντίνος του έστειλε. Ο πρέζακας αυτός που τις μίλαγε μια φορά στο τόσο. Μπορεί και να την πήδαγε. Θα τον έσφαζε στο γόνατο και στο αφεντικό θα έλεγε ότι τον έπιασε στα πράσα. Και να ζούσε, κανένα πρεζόνι δεν θα κάνει καταγγελία στην Ασφάλεια. Όπως και να χει , κομμένα τα πολλά πολλά.

Και μετά θα σκότωνε τον πιτσιρικά. Μπροστά της. Σαν τιμωρία για το ξεπουτάνιασμα στο αφεντικό. Γιατί αυτόν τον πούστη πραγματικά τον ερωτεύτηκε. Να δούμε αν οι πουτάνες πονάνε.

Ο Μίρκο ίσιωσε το κορμί του. Κοίταξε το τελευταίο μήνυμα που τις έστειλε, από τον αριθμό που ήταν άγνωστος σε όλους :

Μέχρι που μπορείς να φτάσεις για μένα;

Βγήκε από το αμάξι. Άρπαξε το μαχαίρι, ήταν πιο εύχρηστο όπλο. Πιο άμεσο για γρήγορες κινήσεις. Στο δεξί του χέρι κράτησε ένα κουτί πίτσας. Στο κεφάλι έβαλε ένα τζόκεϋ.

Προχώρησε στο φράχτη του σπιτιού. Μονοκατοικία. Έχει βγάλει το παραδάκι ο του ο πρέζακας.

Προχώρησε στο μαρμαρένιο δάπεδο του τοίχου.

Δεν υπήρχε μέσα ούτε σκύλος.

Έφτασε στην εσωτερική πόρτα.

Χτύπησε το κουδούνι.

«Ποιος;» ρώτησε η φωνή στο θυροτηλέφωνο. Αντρική. Σε έπιασα, πουστη.

«Η πίτσα σας», απάντησε.

Σιωπή. «Μισό λεπτό».

Βήματα. Η πόρτα ανοίγει διάπλατα
«Μα δεν παράγγειλα..-»

Ο Μίρκο έσκυψε μπροστά.
Στο δεξί του χέρι κρατούσε το λεπίδι. Τρία δάχτυλα στη λαβή, ο δείκτης να διατρέχει την λεπίδα σαν στήριγμα και ο αντίχειρας διατρέχει την πλάτη της λεπίδας ως την μύτη.Ένα κλάσμα μετά, το κεφάλι το ακουμπάει στο λαιμό του , τα σώματα τους έχουν ενωθεί και ο αντίχειρας ακουμπάει το διάφραγμα του.

Πολύ νωρίς. Μεγάλη κοιλιά.

Ήταν σε πλήρη διαύγεια.

Μεγάλος κήπος.

Το σπίτι αφύλακτο.

Χοντρή κοιλιά.

Το χέρι κοκκάλωσε. Έκανε ένα βήμα πίσω. Τον κοιτούσε ένας φαλακρός άντρας με ροδαλά μάγουλα.

Με φαλάκρα.

Δεν είναι αυτός.

«Είσαι καλά παιδί μου; Ζαλίστηκες;»

«Όχι κύριε, χίλια συγγνωμη, σκόνταψα μία στιγμή. Εδώ είναι του Μάθεση;»

«Μάλιστα, ο Μάθεσης ο γιατρός είμαι. Αλλά δεν παρήγγειλα τίποτα. Λάθος έκανες».

Χαιρέτησε και γύρισε να φύγει. Το μυαλό έπαιρνε χιλιάδες στροφές. Ο Κωνσταντίνος έκανε λάθος; Ο ίδιος δεν έκανε ποτέ. Πώς γίνεται να πήγε σε άλλο σπίτι; Δεν έψαχνε γιατρό. Αν σκότωνε κάποιον επιφανή πολίτη, δεν εξαφανίζοταν εύκολα. Το αφεντικό θα αναγκαζόταν να τον παρατήσει και θα σάπιζε στην φυλακή. Μα αυτή ήταν η διεύθυνση. Τι στο διάολο;

Κάποιος τον ξεγέλασε. Όμως, κανείς δεν ήξερε για την δουλειά αυτή. Και ο αριθμός που χρησιμοποιούσε ήταν άγνωστος σε όλους. Το κυριότερο, κανείς δεν ήξερε αυτόν.

Γύρισε στο αμάξι. Μία σιλουέτα τον περίμενε.

Την ήξερε καλά. Ήταν αυτή που ερωτεύτηκε και δεν παντρεύτηκε ποτέ. Αυτή που συναναστρέφοτανπρέζακες και πηδούσε εικοσάχρονα. Η κωλομπαρού που έγινε κυρία.

«Έλενα;»

Ξαφνικά, όλα ταιριάξαν. Αυτή τον ήξερε. Τον κατάλαβε. Του την έστησε.

Σήκωσε το οπλισμένο χέρι της. Είχε αφήσει την μπερέττα στο αμάξι. Αυτή ήξερε που την άφηνε πάντα. Αυτή ήξερε πώς δουλεύω.

Όλα ταίριαξαν.

Ο δούρειος ίππος ήταν η γυναίκα.

Κρότος. Γδούπος.

Σκοτάδι

Η Ελένη πήρε την γόπα από το χέρι του Μίρκο. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά κλείνοντας τα μάτια και γέρνοντας το κεφάλι προς τα πίσω. από τις σκιές πίσω της ακούστηκε ένα θρόισμα των φύλλων και μια αντρική μορφή εμφανίστηκε από πίσω της.

Κοίταξε μέσα στο αυτοκίνητο και είδε το πτώμα του Κροάτη στο κάθισμα του οδηγού. Το βλέμμα του γυάλινο αντίκριζε με τρόμο το κενό.

-Καλή δουλειά, της είπε ο Κωνσταντίνος. Αν δεν ήξερα το παρελθόν σου, θα σε περνούσα για επαγγελματία.

Η Ελένη του έριξε μια αποδοκιμαστική ματιά και έφτυσε αηδιασμένη στο χώμα. Της έκανε νόημα να με το δάχτυλο να του δώσει την μπερέτα ενώ με το άλλο , την σημάδευε με το υπηρεσιακό του περίστροφο.

-Το αρχείο, απαίτησε η Ελένη.

Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε αυτάρεσκα. Έβγαλε ένα usbστικάκι και κράτησε στα δάχτυλα του.

-Όλες οι βρωμιές σου είναι εδώ μέσα, της είπε. Φωτογραφίες, τηλεφωνικά αρχεία, μηνύματα. Έχει και τα καλά του να δουλεύεις στην δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος.

Έκανε να το πάρει μα το τράβηξε προς το μέρος του. Της έκανε νόημα δείχνοντας το όπλο που κρατούσε. Το πέταξε στα πόδια του.

-Αύριο το πρωί, της είπε, ο «κύριος» Αρμένογλου θα αντικρίσει ένα δυσάρεστο θέαμα όταν ανοίξει τον υπολογιστή του. Όλο το υλικό που μάζευε αυτό το μπάσταρδο κουτάβι για πάρτι του, θα έχει εξαφανιστεί. Οπότε φαντάζομαι, και οι δύο είμαστε ευχαριστημένοι. Εσύ δεν φοβάσαι πλέον τον άντρα σου και θα μπορέσεις να απολαύσεις ένα πλουσιοπάροχο διαζύγιο, και εγώ απαλλάσσομαι από έναν χρόνιο βραχνά.

-Με τι σε εκβίαζε; ρώτησε η Ελένη.

Κούνησε αδιάφορα το χέρι του. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες ούτε και λόγο να της δώσει εξηγήσεις. Έσκυψε μέσα στο αμάξι να δει και πάλι το πτώμα του Μίρκο.

-Ένα κάθαρμα λιγότερο, μουρμούρισε.

Ένιωσε την ανάσα της Ελένης στο σβέρκο του. Γύρισε ξαφνιασμένος μα δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η καριόλα είχε πάρει το στιλέτο από τον νεκρό κακοποιό και το στριφογυρνούσε με μίσος στην κοιλιά του. Έβγαλε ένα υπόκωφο βογγητό καθώς έπεφτε στα γόνατα.

Έβαλε το ματωμένο μαχαίρι στα χέρια του Μίρκο. Έβγαλε από την τσέπη το υπηρεσιακό όπλο του Κωνσταντίνου και τον κοίταξε με προσποιητή θλίψη στα μάτια.

-Όνειρα γλυκά μαλάκα…

Ο Γεράσιμος βημάτιζε νευρικός στο γραφείο του. Ο Μίρκο δεν είχε εμφανιστεί στο ραντεβού και ούτε τον είχε ειδοποιήσει. Δεν ήταν κάτι που το συνήθιζε, μπορεί να ήταν ένα μούτρο, ένα εκπαιδευμένο κοπρόσκυλο για τις βρομοδουλειές του μα ήταν συνεπής σε ότι αναλάμβανε. Αντ’ αυτού, είχε λάβει από έναν άγνωστο αριθμό, ένα λιτό παράξενο μήνυμα:

«Ξέρω…»

Είχε συναίσθηση το πόσο ήταν χωμένος στην βρωμιά και στην παρανομία. Του ανήκε ένας από τους μεγαλύτερους ελληνικούς στόλους και ήταν επιβεβλημένο να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο που θα εξασφάλιζε την επιβίωση του. σε ένα κόσμο με αρπακτικά, βασιλεύει εκείνο που έχει τα πιο γαμψά νύχια.

Δεν ήταν από τους ανθρώπους που φοβόταν εύκολα. Σε όλη του την ζωή, είχε αντιμετωπίσει το χειρότερο είδος των ανθρώπων που τους έβγαλε από την μέση σε μια νύχτα αθόρυβα και χωρίς τύψεις. Όχι, οι τύψεις ήτα κάτι που δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο του.

Μα τώρα ήταν διαφορετικά, πες το διαίσθηση, πες το από ένστικτο, καταλάβαινε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Γέμισε το ποτήρι του με μπράντι και κοίταξε από το μεγάλο παράθυρο προς την θάλασσα.

-Σου έλειψα; άκουσε ξάφνου μια γνώριμη φωνή πίσω του.

Γύρισε και είδε την Ελένη. Παραξενεύτηκε που την έβλεπε τέτοια ώρα στο γραφείο του.

-Τι θέλεις εσύ εδώ; την ρώτησε σχεδόν αγριεμένος.

Δεν του απάντησε. Σήκωσε το όπλο που κρατούσε και πυροβόλησε τρεις φορές.

-Τελείωσε; ρώτησε η Νατάσα πίσω της.

Η Ελένη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Της έδωσε το όπλο.

-Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις της είπε.

Η Νατάσα την πλησίασε, την έπιασε από τον λαιμό και την τράβηξε με πάθος κοντά της. Την φίλησε με πάθος στα χείλη.

-Πρώτα η δουλειά, της είπε η Ελένη και εκείνη συμφώνησε με ένα νεύμα του κεφαλιού.

Με αργά βήματα, πλησίασε τον άντρα της που κείτονταν νεκρός στο πάτωμα μέσα σε μια λίμνη από αίμα. Γονάτισε από πάνω του.

-Άκου να δεις πως έχει η κατάσταση, του είπε. Το τσιράκι σου ο Μίρκο σε εκβίαζε για όλες τις βρομοδουλειές που έκανε μαζί σου. Υπάρχουν καταγεγραμμένες κλήσεις και μηνύματα σε άγνωστο κινητό που θα βρουν στην τσέπη του αύριο το πρωί. Δεν τα βρήκατε στα λεφτά και ο φίλος του ο μπάτσος, ήρθε εδώ να διεκδικήσει το μερίδιο τους. Κουβέντα στην κουβέντα, τα πράγματα ξέφυγαν από τον έλεγχο και ο φίλος μας ο Κωνσταντίνος από εδώ, έκανε την μαλακία να σε πυροβολήσει με το υπηρεσιακό του περίστροφο, που αυτή την στιγμή η Νατάσα πάει να το βάλει ξανά στην θέση του. Οι δυο τους λογομάχησαν για αυτό που έγινε, ο Μίρκο έβγαλε μαχαίρι και λίγο πριν ξεψυχήσει, ο Κωνσταντίνος τράβηξε το όπλο και τον σκότωσε!

Αναστέναξε κοιτώντας το ταβάνι.

-Οι δύο τεθλιμμένες χήρες, απαρηγόρητες, θα βρουν την παρηγοριά η μια στην αγκαλιά της άλλης, σε κάποιο εξωτικό νησί. Έχω ακούσει πως οι

Μαλβίδες είναι ωραίες αυτή την εποχή.

Έκανε πως σκουπίζει ένα δάκρυ. Του έριξε μια τελευταία ματιά καθώς στάθηκε στην πόρτα του γραφείου.

-Συγγνώμη, του είπε, μα έχω ένα μαύρο φόρεμα να ράψω για την κηδεία σου.

1 COMMENT

LEAVE A REPLY