Η υποχρεωτική διαμεσολάβηση στην εποχή της εξαφάνισης του δικηγόρου. Του Δημήτρη Πλιακογιάννη

0
159

Η συζήτηση γύρω από την εισαγωγή του θεσμού της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, αν και έχει πολύ συγκεκριμένο θέμα, θεωρώ ότι για να μπορεί να βγάλει ορισμένα πραγματικά και χρήσιμα συμπεράσματα για τον κόσμο του επαγγέλματος, αυτόν που τώρα το ασκεί ή μελλοντικά θα το ασκήσει, θα πρέπει να ξεκινήσει απο ορισμένες γενικές επισημάνσεις. Χρειάζεται μία συνολική οπτική των συντελούμενων αλλαγών στο πεδίο της απονομής της δικαιοσύνης την περίοδο των μνημονίων, βασικά απο τον Νέο ΚΠολΔ και έπειτα, γιατί αυτή η διαδικασία αποτελεί πραγματικά τομή και για την δικαιοσύνη ως διαδικασία και για τη δικηγορία ως επάγγελμα.

Η εισήγηση μου περιστρέφεται γύρω απο το ζήτημα που θα ονομάσω την σταδιακή εξαφάνιση του δικηγόρου γιατί πραγματικά η ουσία όσων θα πω και όσων συνισταμένων θα θέσω αφορούν αυτό το πραγματικό γεγονός : την όλο και εντεινόμενη εξάλειψη της διαδικαστικής αναγκαιότητας , αλλά και της πραγματικής δυνατότητας για τον πολίτη , για την αναζήτηση μίας εξειδικευμένης νομικής αρωγής.

Το επάγγελμα του δικηγόρου, ως φαινόμενο, για να μπορεί κανείς να το ασκήσει πρέπει να πληρούνται  πέρα απο τις τυπικές και κάποιες αυταπόδεικτες πραγματικές προϋποθέσεις . Απο τη μία, καθως είναι καταρχήν νομικός αρωγός, απαιτούνται ορισμένα διαδικαστικά στάδια, στα οποία να μπορεί να αναπτύξει αυτήν την  νομική του αρωγή. Χωρίς την διαδικαστική ικανότητα, την παράσταση λέγοντας απλά, στο δικαστήριο, η νομική αρωγή δεν μπορεί να ξεδιπλωθεί πλήρως, να αποκτήσει σοβαρή υλική έκφραση και συνέχεια. Το δικαστήριο είναι ο φυσικός χώρος του δικηγόρου. Πέρα απο αυτό, ο δικηγόρος μετατρέπεται σε λογιστή και διακινητή δικογράφων.

Δεύτερη προϋπόθεση του επαγγέλματος είναι η πραγματική δυνατότητα να πληρωθεί. Αυτό απο την μια συνδέεται με την γενική κατάσταση του πληθυσμού και απο την άλλη με την προσαρμογή ή μη της δικαιοσύνης σε αυτήν την πραγματική κατάσταση της φτώχειας, της ανέχειας κ.ο.κ. Με την προσαρμογή δηλαδή του κόστους πρόσβασης στη δικαιοσύνης σε τέτοια επίπεδα, που και ο πολίτης να μπορεί να ανταποκριθεί και που ο δικηγόρος δεν θα χρειάζεται να μετακυλίει συνεχώς κόστη στον εαυτό του για να κρατήσει τον πελάτη.

Ας αναλύσουμε, σε ποιό επίπεδο στο σήμερα εκπληρώνονται αυτές οι προϋποθέσεις, και αν η διαμεσολάβηση έρχεται να διευκολύνει ή να δυσχεράνει την ικανοποίηση τους.

Το μοντέλο πρότυπης διαδικασίας του νέου ΚΠολΔ

Ας εξετάσουμε την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη επαρκών προστατευτικών σταδίων διάγνωσης και εκτέλεσης, στα οποία να μπορεί ο δικηγόρος να παρασταθεί και να αναπτύξει την άμυνα του. Ήδη με το νέο ΚΠολΔ , ο οποίος συνάντησε όταν ψηφίστηκε την αντίθεση του συνόλου σχεδόν του δικηγορικού κόσμου, αυτή η προϋπόθεση φαίνεται να μην πληρούται. Η αιτιολογική έκθεση του νόμου ευαγγελίζοταν ένα νέο πρότυπο διαδικασίας : αυτό που δομείται στην βάση ανελαστικών, σφιχτών προθεσμιών  και της απλοποίησης της διαδικασίας, άρα την κατάργηση των πολύπλοκων σταδίων, των “υπερβολικών” δυνατοτήτων άμυνας για τον οφειλέτη κοκ. Δηλαδή, στη βάση τίθεται η ταχύτητα διεκπεραίωσης των  υποθέσεων για την καλύτερη και δραστικότερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του δανειστή. Ποιου δανειστή; Ας αναλογιστούμε , σε μία κοινωνία χρήματος και δανείων, ποιός είναι ο τελικός , ο γενικός, ο αφηρημένος δανειστής του πολίτη, του επιχειρηματία, του εργοδότη και εργαζομένου. Προφανώς, αναφερόμαστε στις τράπεζες και γενικώς τα πιστωτικά ιδρύματα και είναι καλό τέτοιες μεταφράσεις να τις έχουμε κατα νού όταν γειώνουμε το δίκαιο.

Αυτή η εξέλιξη έχει σφοδρές προεκτάσεις στην ζωή του δικηγόρου και είναι ένας βασικός λόγος, που πολλοί τον συναισθάνονται αλλά κανείς δεν στοιχειοθετεί, για την μαζική φυγή του επαγγέλματος : η συνεχής μείωση της δικηγορικής ύλης , που εντείνεται με την αφαίρεση προστατευτικών σταδίων άμυνας για τον οφειλέτη. Μάλιστα, αυτές οι δουλειές ήταν το ψωμοτύρι του μέσου δικηγόρου, που δεν τον τροφοδοτούσαν επαγγελματικά τράπεζες, όμιλοι, ασφαλιστικές κ.ο.κ.

Στη νέα τακτική διαδικασία, η προφορικότητα της συζήτησης αποτελεί και αυτή μία ακριβή πολυτέλεια, καταργείται η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο και αντικαθίστανται από την κατάθεση μίας ένορκης βεβαίωσης μαζί με το δικόγραφο. Εξαφανίζεται έτσι και η ανάγκη για έναν δικηγόρο να παρίσταται στην συζήτηση, αφού έτσι και αλλιώς δεν θα υπάρχει διαδικασία. Απλά κατατίθεται ένα δικόγραφο, μία ένορκη βεβαίωση που θα την διαβάσει μετά ο δικαστής, και σε αυτό το μοντέλο πρότυπης διαδικασίας, έγγραφης δηλαδή κυρίως, πραγματικά μπορεί να μην είναι απόλυτα αναγκαίος ο δικηγόρος. Η πρότυπη διαδικασία που ευαγγελίζεται ο θεσμός είναι αυστηρά τυπική και γραπτή, με την προφορικότητα να καταργείται και να επικρατεί η γραπτότητα της συζήτησης, αφαιρώντας από την ζωή του δικηγόρου άλλη μία διαδικασία που μπορεί να εργαστεί, ενώ από την άλλη υπάρχει και σοβαρό θέμα της αναζήτησης της αλήθειας, καθώς στις ένορκες βεβαιώσεις ο πελάτης σπάνια έχει συμμετοχή στη συγγραφή τους.

Απο την άλλη, υπήρξαν εκτεταμένες ρυθμίσεις στο ζήτημα των προθεσμιών. Για το πεδίο της εκτέλεσης προβλέφθηκε σύντμηση των σταδίων προσβολής με την ανακοπή του 933 ΚΠολΔ σε δύο, χωρίς δυνατότητα αναίρεσης και αναστολής. Στην τακτική δε διαδικασία, ο φάκελος πρέπει να κλείσει στις 100 μέρες, όλη η διαδικασία να τελειώνει στο 8μηνο, χωρίς πολλά πολλά. Και εδώ σφιχτή σύντμηση προθεσμιών, φόρτωση στρες και ταχύτητας, μείωση της δυνατότητας να κάνεις σοβαρή και ποιοτική δουλειά. Παράλληλα, δυνατότητα πολλαπλών κατασχέσεων στο ίδιο ακίνητο από πλείονες δανειστές , δηλαδή τραπεζικά ιδρύματα, που φέρνει τον δικηγόρο στην θέση να πρέπει να απαντήσει, σε στενά χρονικά περιθώρια, στην κατάσχεση κάθε ξεχωριστού ιδρύματος ξεχωριστά! Εδώ έχουμε μία προφανή κίνηση που εξαφανίζει την ποιοτική άμυνα του οφειλέτη, αλλά και εξοντώνει τον δικηγόρο της πράξης.

Η κίνηση των εκτελεστών τίτλων και η ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης

Αλλά ας πάμε ένα βήμα παραπέρα, έξω απο τον ν.4335. Μία δεύτερη εξέλιξη, που εξακοντίζει την ύλη της δικαιοσύνης έξω απο τον φυσικό χώρο που εκτυλίσσεται, είναι η υπερβολική πριμοδότηση της κίνησης της εκτελεστικής διαδικασίας, ήδη ταχύτατης νομοθετικά, απο εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι υφίστανται απο τον δικαστή ένα τυπικό έλεγχο νομιμότητας. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η διαταγή πληρωμής. Άλλος τίτλος είναι το πρακτικό διαμεσολάβησης, που θα υπογράφουν τα μέρη με τον διαμεσολαβητή πλέον, και απο κατάθεσης του στη γραμματεία θεωρείται εκτελεστός τίτλος.

Ναι , αντιτείνουν ορισμένοι, αλλά υπάρχει και η δυνατότητα ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, όπου εκεί θα γίνει η διάγνωση της υπόθεσης. Αυτό το επιχείρημα αποτελεί σόφισμα, γιατί ούτε τις ίδιες προθεσμίες και χρόνο ποιοτικής προετοιμασίας έχεις ως δικηγόρος όπως σε μία τακτική αγωγή, ούτε η ίδια διαδικασία τηρείται ( διαδικασία πιστωτικών τίτλων). Απο την άλλη, σε κάθε περίπτωση, μετά την αναγνώριση της δυνατότητας κατάσχεσης τραπεζικών καταθέσεων στα χέρια τράπεζας ως τρίτης, πλέον μπορεί κανείς να κατασχέσει καταθέσεις του πελάτη σου στην τράπεζα ταχύτατα, χωρίς πολλές δυνατότητες άμυνες, ακριβώς για τον αιφνιδιασμό του, ή είναι δυνατόν και πρίν ακόμα την κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής να υποστείς μία προσημείωση υποθήκης ή συντηρητική κατάσχεση επι των ακινήτων σου! Η πραγμάτωση της τάσης, για επιτάχυνση της επίλυσης των οικονομικών διαφορών, σε βάρος της προστασίας του οφειλέτη, είναι εδώ φανερή. Το νέο πρότυπο στη ζωντανή κίνηση του.

Γιατί όμως συμβαίνουν όλα αυτά; Γιατί τόση δυσπιστία στους οφειλέτες και πίστη στους δανειστές, γιατί τόση μανία απέναντι στις διαδικασίες που εγγυώνται δικλείδες προστασίας και προφορικότητας της διαδικασίας, γιατί τόση έχθρα απέναντι στην ύπαρξη διαδικαστικών σταδίων προσβολής πράξεων με ικανές για ποιοτική προετοιμασία, προθεσμιες;

Ας πούμε σαν γενικές επισημάνσεις τα εξής : Το δίκαιο καταρχήν είναι στενό παρακολούθημα των οικονομικών μεταβολών, αποτελεί δε συμπύκνωση πολιτικών αποφάσεων. Η οικονομία που έχτισαν τα μνημόνια είναι μία σκληρά συγκεντροποιημένη οικονομία . Με απλά λόγια, η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται στα τραπεζικά ιδρύματα, που θεωρητικά έχουν την εποπτεία της οικονομίας της χώρας, ώστε με την ενίσχυση και σταθεροποίηση τους να είναι ευκολότερη η οικονομική διαχείριση μίας χώρας. Αυτά τα λόγια στην πράξη σήμαιναν μία ραγδαία μεταμόρφωση της ίδιας της δικαιοσύνης σαν ένα πανίσχυρο όπλο για να εξυπηρετήσει αυτήν την κοινωνική αναγκαιότητα.

Απόδειξη όλων αυτών, ότι επιβιώνει όποιος συνεργάζεται, στην ουσία σαν υπάλληλος με τις τράπεζες, ότι όλοι δουλεύουν για να πληρώνουν δάνεια, ότι πλέον νοικιάζεις το σπίτι που αγόρασες απο την τράπεζα για να μην στο κατασχέσει κ.ο.κ.  Αυτή η μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνίας αλλά και των αξιολογήσεων για το πώς η χώρα θα πάει μπροστά, τι πρέπει να γίνει , ποιές είναι οι προτεραιότητες, αφήνουν βαθύ το αποτύπωμα τους και στην διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.

Η γενική κατάσταση αυτή της φτώχειας και της ανέχειας είναι προφανές πώς δυσχεραίνει το μέσο πολίτη, του οποίου η οικονομική δύναμη κατακρεουργήθηκε. Όμως, το δικηγορικό επάγγελμα είναι, όπως είπαμε , καλώς ή κακώς, παρακολούθημα της αγοράς . Για ποιά αγορά όμως μιλάει κανείς, όταν κλείνουν 300.000 επιχειρήσεις; Όταν η ανεργία εκτινάσσεται στο 25%; Ποιό χρήμα να κινηθεί, όταν η μόνη κίνηση της οικονομίας αφορά την χρηματοδότηση των τραπεζών, είτε την κρατική είτε μέσα απο το κυνήγι των ιδιωτών; Είναι , λοιπόν, επόμενη συνέπεια, ότι σε μία κατακρεουργημένη οικονομικά κοινωνία, κάθε ελεύθερο επάγγελμα, όπως και η δικηγορία, συμπιέζεται, συνθλίβεται , γιατί λείπει η ζωογόνος δύναμη του πελάτη.

Βέβαια, υπάρχει κάτι που δεν ψαλιδίστηκε, αλλά βίωσε αυξήσεις : το κόστος πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Τα παράβολα, τα δικαστικά έξοδα, αλλά και η ίδια η αμοιβή του δικηγόρου, που θα πρέπει με την μείωση του πελατολογίου και της ύλης του να επιβιώσει, αποτελούν πλέον δυσβάσταχτα κόστη για τον πολιτη. Ποιός μπορεί να δίνει για το κόστος αγωγής και επίδοσης, δικαστικά ένσημα, την παράσταση του δικηγόρου, το κόστος συγγραφής προτάσεων περί τα 800 ευρώ, άλλα 200 περίπου αν θές να εκτελέσεις, και τα διπλά αν πάς σε δεύτερο βαθμό;

 

Η τοποθέτηση του θεσμού της διαμεσολάβησης στην πραγματικότητα του μέσου δικηγόρου

Αναδείξαμε ως τώρα τις δύο βασικές πραγματικές προϋποθέσεις για να μπορεί κανείς να ασκεί με αξιοπρέπεια το επαγγέλμα και πώς οι νέες τάσεις για το πεδίο της δικονομικής διαδικασίας καθιστούν σταδιακά τον δικηγόρο μη αναγκαίο και κοστοφόρα πολυτέλεια. Ας δούμε πώς  η διαμεσολάβηση ως θεσμός διευκολύνει ή δυσχεραίνει την κατάσταση.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η εισαγωγή του θεσμού θα λύσει το πρόβλημα πρόσβασης στην δικαιοσύνη : τουλάχιστον ο πελάτης θα βρεί ένα τρόπο να γλιτώνει χωρίς να πληρώνει πολλά λεφτά, αυτός είναι θεωρητικά και ο σκοπός του θεσμού. Ναι, ωστόσο ο θεσμός εισήχθη και λειτούργησε όπου λειτούργησε γιατί ήταν 1. δωρεάν, 2. όχι υποχρεωτικός, 3. αφορούσε μόνο καταναλωτικές διαφορές. Εδώ υπάγονται καθαρά νομικές διαφορές, καθορίζουν ελάχιστη τιμή τα 170 ευρώ, είναι και υποχρεωτική.  Άρα, πρέπει να πληρωθεί έστω την παράσταση του και την επίδοση της κλήσης στον αντίδικο.

Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα για να αποκαλύψουμε την πονηριά :   αν η διαμεσολάβηση με όλα αυτά έχει κόστος 400 ευρώ και η τακτική διαδικασία άλλα 800, και μαζί την αναμονή μέχρι να βγεί απόφαση, και αν έχουμε και δεύτερο βαθμό, άλλα τόσα, ενώ αν θες να εκτελέσεις, άλλα 200 ευρώ. Άρα μιλάμε για ένα ποσό της τάξης των περίπου 1200 – 2500 ευρώ. Αν έχουμε ένα αυτοκινητιστικό, με ζημιές στα 5.000 ευρώ, και έρθει η ασφαλιστική εταιρία και προτείνει συμβιβασμό στα μισά λεφτά ζεστά και άμεσα. Τι θα επιλέξει ο πολίτης , είναι προφανές. Η αισχροκέρδια είναι επίσης προφανής. Το γιατί ο ΣΕΒ πίεσε την κυβέρνηση για έναν νόμο με αυτά τα χαρακτηριστικά, που πέρασε με την διαδικασία του κατεπείγοντος μέσα στις γιορτές επίσης.

Καταλαβαίνουμε εδώ δηλαδή, ότι είτε πετύχει είτε όχι , η διαμεσολάβηση είναι μία αισχροκερδής διαδικασία. Είτε πετύχει είτε όχι, παλι δημιουργείται πρόβλημα στο δικηγόρο : αν πετύχει, κλείνει γρήγορα μία δικη που πατά στον εκβιασμό του πελάτη, κάλλιο πέντε και στο χέρι. Αν δεν πετύχει, έχεις φορτώσει τσάμπα τον πελάτη σου ένα ικανό ποσό αμοιβής, εκτός αν επιλέξεις να μην το πάρεις και να δουλέψεις τσάμπα. Προφανώς, επιλέχτηκε λύση που δεν απαντά στα δομικά προβλήματα.

Υποστηρίζεται επίσης ότι θα βοηθήσει στην αποφόρτιση των δικαστηρίων από την υπέρογκη ύλη. Αν κανείς ψάξει στοιχειωδώς τα ωράρια των δικαστηρίων της επαρχίας , ή τις διαφορές που πλέον καλύπτουν πινάκια ειρηνοδικείων και λήγουν στο μισάωρο ( βλ. 3869/2010) θα καταλάβει πολύ καλά ότι η ύλη, η οποία δεν εισέρχεται από διαφορές οι οποίες είναι χρόνιες και κληρονομήθηκαν από δεκαετίας, πλέον αφορά καταρχήν διαφορές που λύνονται έτσι και αλλιώς με ταχύτατες διαδικασίες και απλά διατηρούν τα ακροατήρια σε μία κατάσταση συντήρησης.

Ακόμα και όσοι στηρίζουν τον θεσμό της διαμεσολάβησης, δεν μπορούν να αρνηθούν την πρόδηλη αλήθεια στην ζωή της δικαιοσύνης : η ύλη την περίοδο της κρίσης έχει ψαλιδιστεί ραγδαία και αυτό γιατί ο πολίτης δεν μπορεί να καλύψει το κόστος προσφυγής! Μα, αν ισχύει αυτό, που αποτελεί επιχείρημα τους, τότε η διαμεσολάβηση θεωρητικά θα χρησιμεύσει για να διευκολύνει ( που δεν το κάνει, όπως αναλύσαμε) την πρόσβαση του πελάτη σε κάποια μορφής δικαιοσύνη, έστω μερικά ιδιωτική, και έτσι να δημιουργηθεί άρα ύλη! Δηλαδή, η αντίφαση μιλάει από μόνη της : ένας θεσμός να αποφορτίσει δικαστήρια από ύλη που δεν έχουν, επειδή οι πολίτες δεν έχουν λεφτά, άρα για να διευκολύνουμε την πρόσβαση τους, τους φορτώνουμε 170 ευρώ ελάχιστη χρέωση πρώτης συνεδρίας και 100 ευρώ για κάθε επιπρόσθετη ώρα. Τελικά, τι από τα δύο συμβαίνει; Είναι δικομανείς οι Έλληνες, άρα να αποφοριστούν τα δικαστήρια, ή δεν μπορούν να πάνε στα δικαστήρια, άρα φτιάχνουμε άλλο θεσμό, εξίσου πανάκριβο και άδικο;

Τέλος, «σοβαρό» επιχείρημα όσων στηρίζουν τον θεσμό αποτελεί και η ανάγκη «ειρηνικής επιλύσης των διαφορών» ως στοιχείο παιδείας , κουλτούρας κοκ. Πέρα από το ζήτημα αν όλα αυτά μπορούν να επιβληθούν εν μία νυκτί από έναν νομοθέτη, πέρα από το ότι ο θεσμός είναι φανερά δομημένος επιχειρηματικά και όχι θεσμικά ( γιατί αφαιρέσαν εν μία νυκτί από ένα θεσμικό νομοθέτημα τα εργατικά;), ας αναλύσουμε την βαθιά αδικία του θεσμού σε επίπεδο ουσιαστικής δικαιοσύνης.

Ας αναλογιστούμε ποιοι θα είναι οι τακτικοί και καθημερινοί πελάτες των διαμεσολαβητικών κέντρων. Δεν θα είναι ο κυρ Μπάμπης της γειτονιάς, πόσες διαφορές να παράξει! Θα είναι μία τράπεζα, με σχέση σταθερής συνεργασίας, μία μεγάλη ασφαλιστική εταιρία, ένα ιατρικό κέντρο, όλοι αυτοί οι επιχειρηματικοί κολοσσοί, που πραγματικά παράγουν όγκο διαφορών που υποβάλλονται στην εν λόγω διαδικασία καθημερινά. Ποιόν θα στηρίξει περισσότερο το διαμεσολαβητικό κέντρο, ποιανού τα συμφέροντα η «αντικειμενική εισήγηση» θα ευνοεί : κάποιον που καθημερινά του φέρνει όγκο δουλειάς ή τον ευκαιριακό πολίτη, που δεν θα τον ξαναδεί μπροστά του και μάλλον δεν θα τον έχει τακτικό πελάτη; Ή δεν μετράει πουθενά το ότι τα κέντρα αυτά δομούνται με βάση τα κριτήρια της αγοράς;

Επίσης, είναι ή δεν είναι ισχυρότερος σε μία διαπραγμάτευση αυτός που μπορεί να πεισμώσει και να τραβήξει την διαδικασία για ώρες, όπου κάθε ώρα προσθέτει 100 ευρώ στα τελικά έξοδα ; Είναι ή δεν είναι δηλαδή ισχυρότερος αντικειμενικά, με αφόρητη πίεση στο άλλο μέρος, τον άνθρωπο που έχει περιορισμένα λεφτά για ξόδεμα, ο επιχειρηματικός ή τραπεζικός κολοσσός, που τα 100 ευρώ την ώρα είναι ψίχουλα μπροστά στο κέρδος της ταχύτατης επίλυσης υποθέσεων; Και με ποια ψυχραιμία και σθένος να αντισταθεί σε αυτήν την πίεση ο μέσος πολίτης;

Είναι φανερό, ότι στο πεδίο της πραγματικότητας τα επιχειρήματα αυτά είναι γελοία και παιδαριώδη : σε μία κοινωνία οικονομικού ανταγωνισμού και δομικής ανισότητας ανάμεσα στους ιδιώτες, η μεταφορά της απονομής της δικαιοσύνης σε επιχειρηματικά κέντρα , που δεν δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που δεν κρατιούνται πρακτικά, που πουθενά δικαστικά δεν μπορούν να ελεχθούν, ως προς το τι δικαιοσύνη αποδίδουν και με ποιο τρόπο, η «ειρηνική επίλυση» της διαφοράς είναι μία φενάκη, αν όχι καλά σχεδιασμένη κίνηση εντυπώσεων. Η δικαιοσύνη δεν κρύβει τις αντιθέσεις κάτω από το χαλί : πατάει πάνω στο έδαφός τους για να αποδοθεί με ουσιαστικό τρόπο, με βάσεις τις αρχές και διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Αλλιώς, ας πεταχτούν όλα στον κάδο και ας επικρατήσει το δίκαιο του οικονομικά ισχυρού : ο πλήρης, καθαρός, ανόθευτος σαν γάργαρο νεράκι, απάνθρωπος νεοφιλελευθερισμός, με καθαρή αντιμετώπιση του ανθρώπου ως ανακυκλώσιμο αντικείμενο συμφερόντων και όχι υποκείμενο δικαίου.

Ο κυνισμός απέναντι στους δικηγόρους και οι δύο δικηγορίες

Απο την άλλη, φάνηκε και ένας έντονος κυνισμός απέναντι στους δικηγόρους : όλα αυτά τα κάνετε για να βολευτείτε και να τα παίρνετε. Δεν είστε ικανοί να διαχειριστείτε την διαδικασία συμβιβασμού μόνοι σας, με συλλογικό τρόπο, όπως ίσχυε πριν. Δεν μπορείτε να προσαρμοστείτε στα νέα δεδομένα, κάνετε ένα άχρηστο επάγγελμα, δεν είναι στη μόδα. Παρατήστε βρε αδερφέ, αλλάξτε δέρμα, μπείτε στις εταιρίες διαμεσολαβητών. Προσαρμοστείτε. Και έτσι , γενιές ανθρώπων, ιδιαίτερα νεότερες, που τα κάναμε όλα σωστά, πτυχία, μεταπτυχιακά, ασκήσεις, εξετάσεις, ξαφνικά βρίσκονται με έναν κυνισμό του τύπου : ε αλλάξαν τα πράγματα, δεν πειράζει , κάνε κάτι άλλο. Τα χρόνια σου, τα λεφτά, την ψυχή που δίνεις, πουθενά.

Και αν πραγματικά όλα γίνονταν για τον μετασχηματισμό της δικαιοσύνης, εντάξει. Αλλά εδώ υιοθετείται ένα μοντέλο που ενισχύει όσους τσακίσαν την κοινωνία για τα δικά τους κέρδη, που μεταμορφώνει την δικαιοσύνη απο αντικειμενική διαδικασία σε όπλο όσων μπορούν να επωμιστούν το βάρος πρόσβασης στην δικαιοσύνη και της νομικής αρωγής. Και αυτό δεν συμβαίνει γιατί ακρίβηναν οι δικηγόροι. Αλλά γιατί διαλύθηκε μία κοινωνία και παρ’όλα αυτά το κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη έμεινε ανέπαφο. Μα έτσι, ποιον ενισχύεις; Ή κάνει κανείς ότι δεν καταλαβαίνει, ότι αν το δίκαιο δεν πραγματωθεί στο δικαστήριο για όλους ισότιμα, τότε γίνεται όπλο στα χέρια των ισχυρών;

Το πραγματικά τρομακτικό για την δικαιοσύνη και την δικηγορία, είναι θεσμοί σαν και αυτόν να επιτύχουν! Και αυτό γιατί :

Ενισχύεται η τάση να εκτοπίζεται η δικαιοσύνη έξω απο τον φυσικό της χώρο και την μεταφέρουν σταδιακά σε ιδιωτικούς χώρους, με το δικαστήριο να κάνει πλέον τυπικούς ελέγχους σε εκτελεστούς τίτλους που ταχύτατα σε πετούν στο περιθώριο, χάριν αιφνιδισμού του οφειλετη.

Το δίκαιο αφαιρείται σταδιακά απο τα πραγματικά υποκείμενα του : τον δικαστή, τον δικηγόρο, τον πολίτη, γιατί η εναπόθεση σε αυτούς καθυστερεί και ο χρόνος είναι χρήμα. Επιταχύνουν την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης, επιταχύνουν την ικανοποίηση του δανειστή. Πλέον, όλα κινούνται με εκτελεστούς τίτλους, που βγαίνουν φαστ τρακ, με εξωδικαστικές διαδικασίες, πλέον ενώπιον διαμεσολαβητών.

Η δικαιοσύνη μετατρέπεται σαν όπλο στα χέρια όποιου μπορεί να φέρει το οικονομικό της κόστος. Άρα όπλο στα χέρια των ισχυρών. Αυτή και μόνο η εξέλιξη αποτελεί την βάση για κάθε αποτυχημένη, συγκρουσιακή και δυστοπική κοινωνία : όταν το δίκαιο δεν απονέμεται συντεταγμένα, η κοινωνία αποδίδει το δικό της δίκαιο. Μπορούμε να καταλάβουμε έτσι γιατί πχ στις ΗΠΑ κυριαρχεί το δίκαιο του όπλου και όχι του δικαστηρίου, όπου ελάχιστοι πολίτες μπορούν να εισέλθουν.

Αυτές οι εξελίξεις φουντώνουν την απογοήτευση ενός εργαζόμενου του δικαίου, ενός δικηγόρου, απέναντι στην κατάσταση. Υπάρχουν δύο δικηγορίες : απο τη μία, αυτη που προσαρμόζεται χωρίς πολύ σκέψη, που θα κάνει τα υπερχρεωμένα της με ευχαρίστηση, όχι για επιβίωση, που θα δει την διαμεσολάβηση ως ευκαιρία για την ενίσχυση της ατομικής καριερίστικης πορείας. Μπες και εσύ σε κανά γραφείο διαμεσολάβησης. Η ίδια δικηγορία θα πεί ” θα ακυρώσουμε στην πράξη την διαμεσολάβηση”. Που πρακτικά σημαίνει , θα αρνούμαστε να συμβιβαστούμε μόνο για την άρνηση; Και θα αξιώνουμε πληρωμής; Ή ακόμα και αν δεν πληρωθούμε, θα φορτώνουμε τα κόστη του διαμεσολαβητή στον πελάτη;

Υπάρχει απο την άλλη , η δικηγορία που συγκλονίζεται, που βρίσκει νόημα και ευχαρίστηση στην νομική αρωγή του πολίτη, που μπορεί να γίνεται και με όρους αξιοπρέπειας. Αυτή η δικηγορία, που είναι διάσπαρτη και απογοητευμένη, δεν πρέπει να συμβιβαστεί με την κίνηση να ενισχυθεί το χάσμα πολίτη και δικηγόρου, που κάποιους δεν ενδιαφέρει. Αλλά θαρετά να βγεί και να πάρει μία τοποθέτηση που θα θέτει στο επίκεντρο την επιβίωση του επαγγέλματος, την επαναφορά της δικαιοσύνης στασ επίπεδα ενός σοβαρού κοινωνικού κράτους δικαίου, που θα πεί να αποσυρθεί ο νόμος για την υποχρεωτική διαμεσολάβηση. Έτσι θα επιτελέσουμε και ένα καθήκον απέναντι στους ανθρώπους που μας κάνουν αυτό που είμαστε, τους πολίτες που αναζητούν νομική αρωγή στην Ελλάδα της κρίσης και πλέον το διπλο-τριπλοσκέφτονται πριν προβούν σε αυτή την κίνηση.

Όσοι πιστεύουν στην δεύτερη μορφή δικηγορίας, νομίζω ότι θα πρέπει να αναλογιστούν τους ανωτέρω προβληματισμούς , καθώς το επάγγελμα βρίσκεται ενώπιον της πλήρους υποτίμησης, μπροστά σε ένα αμείλικτο και χυδαίο κυνισμό της χρησιμοθηρίας, της προσαρμοστικότητας, της πλήρους διάλυσης του. Η οικοδόμηση χώρων διαλόγου, συζήτησης, κοινής δράσης είναι ένα πρώτο βήμα απέναντι σε αυτό.

 

 

 

LEAVE A REPLY