ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ: ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ- του Χρήστου Παπαχαρίση

0
268

        ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ: ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Εν’ όψει του νέου πολυνομοσχεδίου που αλλάζει ριζικά τη διαδικασία του κώδικα πολιτικής δικονομίας με την εισαγωγή της διαμεσολάβησης ως διαδικαστικής προυπόθεσης του παραδεκτού για πλήθος αγωγών , παραθέτω μερικές σκέψεις σχετικά με το νέο νόμο. Η πολύπλευρη φύση της διαμεσολάβησης προκαλεί αρκετά ζητήματα με διαφορετικούς παράγοντες που πρέπει να αναλυθούν και, ως εκ τούτου, τονίζω εξ’ αρχής ότι τα παρακάτω προσεγγίζουν ορισμένες και όχι όλες τις πτυχές του θεσμού.

Θα ήθελα, κυρίως, να σταθώ στις ενστάσεις περί διακοπής της απρόσκοπτης πρόσβασης του πολίτη στη Δικαιοσύνη και την ενδεχόμενη παραβίαση των αντίστοιχων συνταγματικών του δικαιωμάτων. Αφενός, ακούγεται ότι η δικαιοσύνη καθίσταται υποχείριο ιδιωτικών συμφερόντων μέσω της υπαγωγής αγωγών σε διαδικασίες ιδιωτικής επίλυσης διαφορών και αφετέρου τονίζεται ότι, προσθέτοντας με το νέο νόμο άλλη μια διαδικαστική προυπόθεση στο πεδίο του παραδεκτού, καθίσταται δυσχερής η πρόσβαση του πολίτη στη δικαιοσύνη. Κινδυνεύουμε, λοιπόν, ως πολίτες από έναν θεσμό που θα καταστήσει τη δικαιοσύνη επιχείρηση στα χέρια λίγων ή απλώς η διαμεσολάβηση έχει πέσει θύμα μιας παρεξήγησης εξαιτίας των δυσμενών πολιτικών συγκυριών της χώρας μας;

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα κρύβεται στη δογματική διάκριση μεταξύ του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης ως ενός εκ των συστατικών θεμελίων για την ύπαρξη ενός δημοκρατικού κράτους και της διαμεσολάβησης ως υπηρεσίας που δύναται να διευκολύνει στην επίλυση μιας διαφοράς. Η διαμεσολάβηση, εξ’ ορισμού, δεν απονέμει δίκαιο αλλά συνδράμει στην προσπάθεια επίλυσης μιας διαφοράς. Ο διαμεσολαβητής δεν υποκαθιστά τον δικαστή κρίνοντας το αντικείμενο της διαφοράς, αλλά βοηθά τα μέρη να αναζητήσουν το ενδεχόμενο εξαφάνισης της διαφοράς. Έτσι, τα μέρη δεν δεσμεύονται από το δεδικασμένο του δικαστηρίου, αλλά από την τελική συμφωνία που τα ίδια, στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας, συνάπτουν.

Σε αυτό το σημείο, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η ιδιωτική αυτονομία συνιστά έναν νομικό όρο πίσω από τον οποίο κρύβονται σχέσεις ανισότητας και εκμετάλλευσης και, έτσι, η διαμεσολάβηση ενέχει κινδύνους για το αδύναμο μέρος και την αποτελεσματική προστασία του. Το παραπάνω επιχείρημα, όμως, δεν μπορεί να στηριχθεί αποτελεσματικά, δεδομένου ότι η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι εκούσια* από την πρώτη συνεδρία, που αποφασίζεται να υιοθετηθεί ως μηχανισμός επίλυσης διαφοράς, μέχρι την υπογραφή της οποιασδήποτε συμφωνίας. Επομένως, οποιαδήποτε στιγμή το μέρος αισθανθεί πίεση εξαιτίας της ανισορροπίας των δυνάμεων στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, έχει πάντα τη συνταγματικά κατοχυρωμένη δυνατότητά της προσφυγής στη δικαιοσύνη. Όπως ακριβώς μια ενοχική συμφωνία διέπεται από το νόμο αλλά δεν χρειάζεται το δικαστήριο για να επιτευχθεί, έτσι και η επίλυση μιας διαφοράς βασίζεται στην ενδεχόμενη βούληση των μερών και όχι στην κρίση του δικαστή. Με άλλα λόγια, οι εγγύησεις του δικαίου και το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη διατηρούνται ακέραια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας λειτουργώντας ως μέτρο πίεσης για την ουδετερότητα και την αμεροληψία του διαμεσολαβητή. Η συζήτηση για το αν αυτή η υπηρεσία πρέπει να ελέγχεται πλήρως από το κράτος ή αν πρέπει να αφεθεί χώρος στην ιδιωτική πρωτοβουλία για το χειρισμό της είναι μια συζήτηση πολιτικού περιεχόμενου, απομακρυσμένου από τις sui generis ιδιότητες του θεσμού.

Αναφορικά με την κριτική που επικεντρώνεται στη δυσχερή πρόσβαση του πολίτη στη δικαιοσύνη με την προσθήκη μιας νέας διαδικαστικής προυπόθεσης του παραδεκτού στην αγωγή, θεωρώ ότι είναι λανθασμένη προσέγγιση, δεδομένου ότι η διαμεσολάβηση δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με τις άλλες προυποθέσεις του παραδεκτού. Αντιθέτως, οφείλουμε να την προσεγγίσουμε ως ένα ξεχωριστό στάδιο της διαδικασίας το οποίο δύναται να παρέχει λύσεις άμεσες, εύκολες και σε μικρό χρονικό διάστημα. Το κόστος της διαδικασίας ( 50€ το πρακτικό + 100€/ ώρα κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, αν η τελευταία διαρκέσει πάνω από 2 ώρες+ αμοιβή του δικηγόρου) μπορεί να θεωρηθεί υψηλό. Ωστόσο, αν ληφθεί υπόψιν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να δοθεί από νωρίς τέλος σε μια –υπό διαφορετικές περιστάσεις- πολύχρονη και πολυδάπανη δικαστική διαμάχη, σε συνδυασμό με το ότι το κόστος θα μοιραστεί στα δύο ή –όπως και να έχει- θα είναι στο πλαίσιο της συμφωνίας των μερών, τότε συνειδητοποιούμε ότι μάλλον οικονομικά κερδισμένοι βγαίνουν όσοι επιλέγουν τη διαμεσολάβηση, παρά χαμένοι. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν τα μέρη δεν συμφωνούν να έρθουν σε διαμεσολάβηση, το παράβολο των 50€ δεν θέτει ανυπέρβλητα εμπόδια στην πρόσβαση του πολίτη στη δικαιοσύνη, ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν υπάρχουν προστατευτικές διατάξεις για ευαίσθητες περιπτώσεις και, συγκεκριμένα, σε ζητήματα διατροφής ή πολιτών που υπάγονται στο ευεργέτημα της πενίας ή στον ν.3226/2004.

Στο βαθμό, όμως, που τα μέρη επιλέξουν τη διαμεσολάβηση και πληρώνουν με την ώρα και αδρά το διαμεσολαβητή, πώς διαφυλάσσεται ο εκούσιος χαρακτήρας της διαδικασίας; Τα μέρη ενδεχομένως πιέζονται να συμφωνήσουν θεωρώντας ότι, αν εγκαταλείψουν, χάνουν χρήματα και χρόνο. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στο στάδιο συμφωνίας της διαμεσολάβησης και οι δικηγόροι θα πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσουν στον πελάτη τους όλες τις πτυχές τις διαδικασίας, ώστε ο τελευταίος, αν αποφασίσει να μπεί στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, να μην πέσει θύμα της «ανάγκης για συμφωνία».

Σε μια εποχή, λοιπόν, συνεχιζόμενης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, όπου οι συγκρούσεις στο εσωτερικό της κοινωνίας οξύνονται, ενώ, παράλληλα, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης αντιμετωπίζει δομικά προβλήματα και συχνά κρίνεται αναποτελεσματικό, η εμπιστοσύνη του πολίτη κλονίζεται και πολλές φορές αποφεύγει να λύσει τις διαφορές του, γιατί φοβάται ότι θα δημιουργήσει παραπάνω πρόβληματα στην καθημερινότητα του. Η διαμεσολάβηση, λοιπόν, έρχεται να συνδράμει στην ανατροπή αυτής της κατάστασης, στοχεύοντας στην αποσυμφόρηση της δικαστικής ύλης από διαφορές, για τις οποίες υπάρχει και άλλος τρόπος πέρα από το δικαστικό.

Εν κατακλείδι, η προσθήκη της διαμεσολάβησης ως προυπόθεσης του παραδεκτού συνιστά μια καινοτομία με πολιτική στόχευση την καλύτερη διαχείριση της δικαστικής ύλης, με σκοπό τα συνταγματικά δικαιώματα του πολίτη να προστατεύονται αποτελεσματικότερα στην πράξη και όχι στα λόγια. Βέβαια, όταν η παραπάνω καινοτομία έρχεται στη Βουλή μαζί με άλλες 628 σελίδες νομοθετικών διατάξεων, που καθιστούν κενό νοήματος τον οποιονδήποτε κοινοβουλευτικό έλεγχο, αναπόφευκτα η διαμεσολάβηση θα πέσει θύμα παρεξήγησης, καθώς η ουσιαστική επικεφαλίδα του νομοσχεδίου είναι η επίθεση στο δικαίωμα της απεργίας και οι περικοπές των κοινωνικών επιδομάτων.

LEAVE A REPLY